Ανοικτή επιλογή γλώσσαςOpen language selection ΕΛΛΗΝΙΚΑ Μενού Αναζήτηση
ΔωρεΑ

ΓΕΝΕΤΙΚH ΠΡΟΔΙAΘΕΣΗ

ΓΕΝΕΤΙΚH ΠΡΟΔΙAΘΕΣΗ

Κάποιοι άνθρωποι ενδέχεται να έχουν αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης μιας πνευμονικής πάθησης λόγω των γονιδίων που κληρονόμησαν από τους γονείς τους. 

Τα γονίδια αποτελούν μικρά τμήματα DNA που προσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά κάθε ζωντανού οργανισμού. Αν και η αλληλουχία DNA είναι περισσότερο από 99% ταυτόσημη μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων, υπάρχει ακόμα περιθώριο για περισσότερα από 10 εκατομμύρια πιθανές διαφορές μεταξύ της γονιδιακής δομής δύο ανθρώπων.  

  • ΠερI τIνος πρOκειται

    Οι ειδικοί χρησιμοποιούν τον όρο γενετική προδιάθεση για να αναφερθούν σε γενετικούς παράγοντες που ενδέχεται να καταστήσουν κάποιον περισσότερο ή λιγότερο ευάλωτο σε διάφορες νόσους. 

    Ορισμένες παθήσεις, όπως η κυστική ίνωση και η ανεπάρκεια άλφα-1 αντιθρυψίνης, προκαλούνται αποκλειστικά από γενετικούς παράγοντες. Αυτές είναι γνωστές ως μονογονιδιακές παθήσεις. 

    Αναφορικά με τις περισσότερες άλλες νόσους, όπως το άσθμα και η ΧΑΠ, μπορεί να είναι αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων μεταξύ των γονιδίων ενός ατόμου και περιβαλλοντικών παραγόντων, όπως αλλεργιογόνα, ερεθιστικές ουσίες, κάπνισμα, διατροφή, θρεπτικές ουσίες, φάρμακα, λοιμώξεις και τραυματισμοί. Αυτές ονομάζονται πολύπλοκες παθήσεις. 

     Οι πιο κοινές αναπνευστικοί νόσοι αποτελούν περίπλοκες ασθένειες. Προκύπτουν ως συνέπεια αλληλεπιδράσεων μεταξύ ενός μεμονωμένου γενότυπου και περιβαλλοντικής έκθεσης. (CO= μονοξείδιο του άνθρακα). 

     

     

  • Ποιες εIναι οι επιβλαβεIς επιπτΩσεις

    Αρκετά γονίδια έχουν συνδεθεί με την πνευμονική λειτουργία και την ανάπτυξη των πνευμόνων. Αλλαγές στα γονίδια, γνωστές ως μεταλλάξεις, έχουν αναγνωριστεί ως η αιτία πολλών διαφορετικών ασθενειών. Οι μεταλλάξεις αυτές μπορούν να προκύψουν ως αποτέλεσμα περιβαλλοντικών παραγόντων, ή μπορεί να συμβούν κατά την αρχική παραγωγή του σπέρματος και του ωαρίου.  

    ΜονογονιδιακEς ασθEνειες 

    ΚυστικH Iνωση

    Η Κυστική Ίνωση (ΚΙ) συνήθως προκαλείται από προβλήματα με ένα γονίδιο που ονομάζεται διαμεμβρανικός ρυθμιστής κυστικής ίνωσης (CFTR).

    Η πάθηση περιγράφεται ως αυτοσωματική υπολειπόμενη γενετική διαταραχή, που σημαίνει ότι ενδέχεται να προκύψουν μεταλλάξεις σε αμφότερα τα αντίγραφα του γονιδίου ώστε να εμφανιστεί η πάθηση. 

    Περισσότερες από 1.000 διαφορετικές μεταλλάξεις στο γονίδιο CFTR έχουν αναγνωριστεί ως αιτία για την πρόκληση κυστικής ίνωσης. Οι διάφορες μεταλλάξεις επηρεάζουν την έκφραση και τη λειτουργία της πρωτεΐνης CFTR, η οποία προκαλεί προβλήματα στη ρύθμιση του άλατος και του νερού στα κύτταρα (αεραγωγούς, έντερο και επιδερμίδα). 

    Η θεραπεία έχει επικεντρωθεί στη διόρθωση του υποκείμενου ελαττώματος στο γονίδιο CFTR. Παραδείγματος χάριν, το φάρμακο ivacaftor στοχεύει σε μία συγκεκριμένη μετάλλαξη γονιδίου, γνωστό ως G551D, για να βοηθήσει στη μείωση συμπτωμάτων και εξάρσεων. 

    ΑνεπAρκεια Aλφα-1 αντιθρυψIνης

    Η ανεπάρκεια άλφα-1 αντιθρυψίνης αποτελεί και αυτή υπολειπόμενη κληρονομική διαταραχή η οποία προσβάλλει 1 στους 2-5.000 ανθρώπους στην Ευρώπη. 

    Η πάθηση χαρακτηρίζεται από χαμηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης αλφα-1 αντιθρυψίνη, στο αίμα. Η πρωτεΐνη αυτή κωδικοποιείται από το γονίδιο SERPINA1. Οι μεταλλάξεις σε αυτό το γονίδιο μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης ανεπάρκειας άλφα-1 αντιθρυψίνης. Υποκείμενα με ανεπάρκεια άλφα-1 αντιθρυψίνης είναι πολύ ευαίσθητα στις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, με αποτέλεσμα εμφάνιση σοβαρού εμφυσήματος σε νεαρή ηλικία.

    ΠρωτοπαθHς δυσκινησIα κροσσΩν (PCD)

    H PCD προκαλείται από προβλήματα σε διάφορα μέρη των κροσσών, μικρές, μικροσκοπικές κινούμενες δομές που θυμίζουν τρίχες οι οποίες ευθυγραμμίζουν αεραγωγούς, αυτιά και ιγμόρεια. Μερικά από αυτά τα προβλήματα προκαλούνται από μεταλλάξεις δύο γονιδίων, DNAI1 και DNAH5. 

    ΠολUπλοκες παθHσεις

    Aσθμα

    Έρευνα για τις γενετικές αιτίες του άσθματος επικεντρώνεται στον εντοπισμό διαφόρων γονιδίων που θα μπορούσαν να κάνουν ένα άτομο πιο επιρρεπές στην εμφάνιση άσθματος σε σύγκριση με ένα άλλο. 

    Πολλά γονίδια έχουν συσχετιστεί με το άσθμα, ή χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το άσθμα, όπως αλλεργίες. Ο ρόλος αυτών των γονιδίων που παρουσιάζουν προδιάθεση στο άσθμα δεν είναι πλήρως κατανοητός και έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη για να κατανοηθεί πώς μπορούν να συμβάλουν, μαζί με περιβαλλοντικούς παράγοντες, στην ανάπτυξη άσθματος. 

    Γενετική προδιάθεση στο άσθμα

    Το πιο κάτω αποτελεί μερικό κατάλογο επιλεγμένων γονιδίων που προορίζονται ως ενδεικτικό παράδειγμα της γενετικής προδιάθεσης στο άσθμα. LPS: λιπολυσακχαρίδιο, Th: T-βοηθητικό τύπου 2, IgE: ανοσοσφαιρίνη E. #: το p αναφέρεται στο βραχύ σκέλος του χρωμοσώματος. Το q αναφέρεται στο μακρύ σκέλος του χρωμοσώματος. Οι αριθμοί θέσης μετά τα p και q ισοδυναμούν στη σχετική απόσταση από τα κεντρομερίδια των χρωμοσωμάτων (αρίθμηση κατά συνθήκη).

    ΧρOνια αποφρακτικH πνευμονοπAθεια (ΧΑΠ)

    Η ΧΑΠ οφείλεται κυρίως στο κάπνισμα ή στην έκθεση σε άλλους ατμοσφαιρικούς ρύπους. Μόνο ένα περίπου 20% των καπνιστών εμφανίζουν ΧΑΠ, γεγονός που υποδηλώνει ότι εμπλέκονται γενετικοί παράγοντες κινδύνου στην εμφάνιση της νόσου.

    Μόνο λίγα γονίδια με προδιάθεση σε ΧΑΠ έχουν αναγνωριστεί ξεκάθαρα. Αυτά περιλαμβάνουν τα TNFα (παράγοντας νέκρωσης όγκου-α), TGFβ1 (μετατρεπτικός αυξητικός παράγοντας-β1), GSTP1 και GSTM1 (γλουταθειόνη S-τρανσφεράσες P1 και M1), και SOD3 (υπεροξειδική δισμουτάση 3).

    Σχετικές μελέτες για τα γονιδιώματα σε ΧΑΠ έχουν αναγνωρίσει τρεις βασικές θέσεις γονιδίων για προδιάθεση: η θέση FAM13A επί του χρωμοσώματος 4q22, η θέση κοντά στο HHIP επί του χρωμοσώματος 4 και η θέση CHRNA3/CHRNA5 επί του χρωμοσώματος 15.

    Έρευνα έδειξε ότι τα γονίδια που καθορίζουν την λειτουργία των πνευμόνων, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης των πνευμόνων, αποτελούν επίσης γενετικούς παράγοντες κινδύνου για ΧΑΠ. 

    Για να βοηθήσουν ειδικούς να αναγνωρίσουν γονίδια που ευθύνονται για την πρόκληση νόσων, αναγνωρίζουν αρχικά κοινά χαρακτηριστικά σε άτομα με μια συγκεκριμένη πάθηση, όπως ύψος, βάρος ή λειτουργία των πνευμόνων. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι γνωστά ως φαινότυποι. Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες μεταξύ τόσο άσθματος όσο και ΧΑΠ. Αρκετά γονίδια, όπως TNFα, TGFβ1, MMP12 (μεταλλοπρωτεΐνάση μήτρας 12) και ADAM33, έχουν ενοχοποιηθεί ως γονίδια προδιάθεσης τόσο για άσθμα όσο και ΧΑΠ.

    ΠνευμονικH Iνωση 

    Αν και η αιτία της πνευμονικής ίνωσης είναι άγνωστη, εκτιμάται ότι έως και 2% των περιπτώσεων μπορεί να είναι κληρονομικές. Αρκετές μεταλλάξεις έχουν αποδειχθεί ότι αυξάνουν την προδιάθεση στην πνευμονική ίνωση:

    • TERT (το γονίδιο αντιστροφής μεταγραφάσης της τελομεράσης)
    • TERC (το γονίδιο τελομεράσης υπομονάδας RNA)
    • Γονίδιο MUC5B

    ΣαρκοεIδωση

    Τα αίτια της σαρκοείδωσης θεωρείται ότι αποτελούν συνδυασμό περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων. Αν και η περιβαλλοντική αιτία είναι γνωστή, έρευνα έχει εντοπίσει κάποια γονίδια και τις θέσεις γονιδίων που εικάζεται πως είναι υπεύθυνα:

    • Γονίδιο HLA-DRB1 επί του χρωμοσώματος 6p21.3
    • SS2, επί του χρωμοσώματος 6p21.32
    • ANXA11 γονίδιο επί του χρωμοσώματος 10q22.3

    ΛοιμΩξεις των πνευμOνων και πνευμονIα

    Ασθένειες που χαρακτηρίζονται από επιδεινωμένη ανοσολογική ανταπόκριση σε μολυσματικούς παράγοντες είναι γνωστές ως ανοσοανεπάρκεια. 

    Διάφοροι τύποι ελαττωμάτων στον πνεύμονα, μαζί με γενετικές ανωμαλίες στο ανοσοποιητικό σύστημα, θεωρείται ότι ευθύνονται για τον αυξημένο κίνδυνο πνευμονικών λοιμώξεων. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται:

    • Η ανεπάρκεια του υποδοχέα 3 τύπου Toll (TLR3) αυξάνει την ευαισθησία σε ιογενείς λοιμώξεις
    • Η ανεπάρκεια των TLR5 αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώξεων Legionella 
    • Η ανεπάρκεια της λεκτίνης δεσμευόμενη με τη μαννόζη αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώξεων με βακτήρια και μύκητες

    ΦυματIωση

    Παραλλαγή σε γονίδια έχει συνδεθεί με την προδιάθεση ή αντίσταση ενάντια στη M. tuberculosis, η οποία προκαλεί φυματίωση (TB). Δεν έχει κατανοηθεί ακόμα γιατί μόνο το 10% των ατόμων που έχουν μολυνθεί με M. tuberculosis εμφανίζουν στη συνέχεια μια ενεργό μορφή της νόσου. 

    Γενετική προδιάθεση για, ή προστασία από, Mycobacterium tuberculosis

    Γενετική προδιάθεση στη φυματίωση

    Αυτό αποτελεί μερικό κατάλογο επιλεγμένων γονιδίων και θέσεων, που προορίζεται ως ενδεικτικό παράδειγμα της γενετικής προδιάθεσης στη φυματίωση. #: το p αναφέρεται στο βραχύ σκέλος του χρωμοσώματος. Το q αναφέρεται στο μακρύ σκέλος του χρωμοσώματος. DC-SIGN: δενδριτικό κυτταρικό μόριο ενδοκυτταρικής συγκολλήσεως 3-αρπαγής μη ιντεγκρινών, CCL2: συνδέτης χημειοκινών 2, TIR: Toll/IL1R, TLR4: υποδοχέας 4 τύπου Toll 4, Th1: T-βοηθητικό τύπου 1.

    ΚαρκIνος του πνεUμονα

    Ειδικοί έχουν εντοπίσει γονίδιο που σχετίζεται με τον εθισμό στη νικοτίνη και τον καρκίνο του πνεύμονα. Έρευνες που σχετίζονται με γονιδιώματα έχουν αναγνωρίσει μία θέση επί του χρωμοσώματος 15 (15q25.1 ), που περιέχει τα γονίδια υπομονάδων υποδοχέα νικοτινικής ακετυλοχολίνης CHRNA3 και CHRNA5. Οι ειδικοί δεν γνωρίζουν ακόμα αν ο κίνδυνος καρκίνου του πνεύμονα αυξάνεται αμιγώς μέσω αύξησης στην πρόσληψη νικοτίνης, ή αν αυξάνει τον κίνδυνο ανεξαρτήτως καπνίσματος.

    ΠνευμονικH εμβολH 

    Οι πνευμονικές εμβολές προκύπτουν από θρόμβους αίματος στις φλέβες. Η γενετική προδιάθεση αποτελεί παράγοντα κινδύνου τόσο για τους θρόμβους αίματος όσο και για την πνευμονική εμβολή. Μετάλλαξη στον παράγοντα πήξης γονιδίου V (ονομάζεται ο παράγοντας μετάλλαξης V Leiden) αυξάνει την πιθανότητα θρόμβων στο αίμα. 

    Όταν ένα άτομο έχει δύο αντίγραφα της μετάλλαξης του παράγοντα V Leiden (γνωστή ως ομοζυγωτία), έχει διπλάσιο δια βίου κίνδυνο εμφάνισης βαθειάς φλεβικής θρόμβωσης, με ή χωρίς πνευμονική εμβολή.

    ΕθισμOς στη νικοτIνη και πνευμονικH λειτουργIα

    Η συστάδα γονιδίων CHRNA3 και CHRNA5 (υποδοχέας νικοτινικής ακετυλοχολίνης) στο χρωμόσωμα 15q24-25 έχει συνδεθεί με τον εθισμό στη νικοτίνη, που μετριέται με τον αριθμό τσιγάρων που καπνίζονται ανά ημέρα. 

  • ΤρEχουσες και μελλοντικEς ανAγκες

    • Ο γενετικός έλεγχος στην υγεία των πνευμόνων πρέπει να επικεντρωθεί σε αρκετούς τομείς μελλοντικά, όπως έγκαιρη διάγνωση, πρόβλεψη κινδύνου για νόσο και πρόβλεψη ανταπόκρισης σε θεραπεία
    • Καθώς αναπτύσσεται η γενετική έρευνα, πρέπει να δοθεί έμφαση στον προσδιορισμό στόχων για νέα φάρμακα τα οποία θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση ή θεραπεία πνευμονικών παθήσεων
    • Προγράμματα χρηματοδότησης της ΕΕ, όπως το πρόγραμμα Horizon 2020 θα πρέπει να καλύπτουν τις έρευνες σε αυτόν τον τομέα